Το κλίμα της Μυκόνου, είναι παρόμοιο με το κλίμα που επικρατεί στα άλλα νησιά του νότιου Αιγαίου. Είναι εύκρατο, με ήπιους κατά κανόνα χειμώνες και αρκετά ξηρό. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κλίματος είναι οι συχνά ισχυροί βόρειοι άνεμοι (τα γνωστά μελτέμια) που πνέουν κατά την διάρκεια της ημέρας, το μεσοκαλόκαιρο.
Χιόνι πιάνει εδώ μια φορά στα είκοσι περίπου χρόνια ενώ, οι βροχές είναι ανύπαρκτες το καλοκαίρι και μάλλον λίγες τον χειμώνα. Ο ήλιος κατά τους καλοκαιρινούς μήνες είναι πολύ λαμπρός άρα και επικίνδυνος, κάτι που πρέπει να έχει υπόψη του ο επισκέπτης.
Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική
Η Χώρα είναι ο κύριος -ιστορικός- οικισμός της Μυκόνου. Στην ενδοχώρα του νησιού υπάρχουν παραδοσιακά διάσπαρτες αγροικίες, τα επονομαζόμενα "χωριά", που ομαδοποιούνται στις φυσικές λεκάνες της γης, όπου εξασφαλίζεται υπόγειο νερό και καλλιεργήσιμη γη. Μια μεγάλη πύκνωση των "χωριών" στο σχετικά γόνιμο οροπέδιο στα ανατολικά του νησιού αποτελούν την πάντα γραφική Άνω Μερά.
Η Χώρα της Μυκόνου βρίσκεται στη δυτική ακτή του νησιού, επάνω στη θάλασσα, μεταξύ των όρμων Κόρφου και Τούρλου και έχει αναπτυχθεί στην προσχωσιγενή επίπεδη έκταση, που απλώνεται στα δυτικά του ημιορεινού όγκου της Μυκόνου ως το χαμηλότερο βράχο του μεσαιωνικού Κάστρου της. Τα χαρακτηριστικά αυτά, την κάνουν να ξεχωρίζει από τους περισσότερους αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς, οι οποίοι συνήθως είναι σκαρφαλωμένοι αμφιθεατρικά σε πλαγιές και κορφές σε ασφαλή απόσταση από την θάλασσα.
Εδώ στη Χώρα της Μυκόνου αντίθετα, η ανάπτυξη του οικισμού σε ένα επίπεδο ενισχύει κυρίως την αίσθηση ενός δαιδαλώδους αλλά ενιαίου πολεοδομικού εσωτερικού χώρου, που έχει σχηματιστεί από τους λευκούς όγκους και κενά μιας ομοιογενούς και εντυπωσιακής ρυμοτομίας. Σε αυτό συντελεί το ενιαίο ύψος των κτιρίων - που στην μεγάλη τους πλειοψηφία είναι διώροφα - και η ρυθμική επανάληψη υλικών εξωτερικών ομοιόμορφων στοιχείων (όπως τα ανοίγματα, οι εξώστες, οι σκάλες, οι πεζούλες) και χρωμάτων.
Αυτά όλα τα χαρακτηριστικά δίνουν την εντύπωση στον περιπατητή της Χώρας ότι βρίσκεται σε φιλικό υπαίθριο χώρο, αλλά μόνο η οπτική επαφή με την θάλασσα, όπου αυτή είναι δυνατή, τον προσανατολίζει. Παρά το γεγονός ότι, η εξέλιξη της Χώρας διήρκεσε αρκετούς αιώνες, εν τούτοις οι σταδιακές διαμορφώσεις και προσαρμογές νέων τμημάτων σ' αυτήν κατέληγαν πάντα σε ενιαίο λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα.
Όπως και στους περισσότερους αιγαιοπελαγίτικους οικισμούς, τα σπίτια στη Χώρα μπορούν να διακριθούν ανάλογα με το πλάτος της πρόσοψής τους και την οργάνωση στο εσωτερικό τους σε "στενομέτωπα" και "ευρυμέτωπα". Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των κατασκευών αυτών, είναι το ότι, ο ιδιοκτήτης του ισογείου και του ανωγείου μιας διώροφης οικοδομής δεν ήταν υποχρεωτικά ο ίδιος και μπορούσε κάποιος να κατέχει ανεξάρτητα από το ισόγειο, το δώμα του (τον "αέρα"), ως οικόπεδο και να το οικοδομεί.
Κάθε οικοδομικό τετράγωνο του οικισμού αποτελείται συνήθως από σπίτια του ίδιου τύπου που έχουν μεταξύ τους πλήθος κοινών χαρακτηριστικών. Η πρόσβαση στον πάνω όροφο (ανώγειο) γίνεται πάντοτε από εξωτερική σκάλα, η οποία προβάλλεται στον δρόμο. Οι ξύλινες κουπαστές της σκάλας ("μπάλοι"), τα ξύλινα κλειστά μπαλκόνια ("μπουντιά"), τα στηθαία, οι επιχρισμένες υδρορροές ("κάναλοι") και οι περίτεχνα πολλές φορές, διακοσμημένοι καπνοδόχοι ("κάπασοι"), ομαδοποιούνται σύμφωνα με την εποχή τους και την κοινωνική τάξη των ενοίκων, στο κοινό πλαίσιο πάντοτε της ομοιομορφίας που επέβαλαν τα διαθέσιμα μέσα και υλικά. Η εσωτερική διαρρύθμιση, ειδικότερα των στενομέτωπων σπιτιών, είναι απλή και λειτουργική. Τόσο στο ισόγειο όσο και στον όροφο, ο μακρόστενος αρχικός χώρος χωρίζεται από ελαφρύ χώρισμα σε δύο κύρια τμήματα. Τα σπίτια αυτά, έχουν συνήθως από ένα παράθυρο και μια πόρτα σε κάθε όροφο. Αντίθετα, τα ευρυμέτωπα σπίτια, είναι αυτά που παρέχουν την δυνατότητα κάποιας μεγαλύτερης ποικιλίας στη διαίρεσή τους.
Για την κατασκευή του δώματος, κοινή σε όλα τα κτίρια, απαιτούνται καλάμια ή σανίδια, τα οποία υποβαστάζουν οι "τράβες", από καστανιά συνήθως, που κι αυτές υποστηρίζει το τραβεζόνι ή το πέτρινο τόξο ("καμάρα"). Επάνω στο πλέγμα αυτό στρώνονται τα φύκια -για μόνωση- και πάνω από αυτά απλώνεται λάσπη που ασβεστώνεται τακτικά, ώστε να δημιουργηθεί μια αδιαπέραστη κρούστα.
Στην τοιχοποιία χρησιμοποιείται κυρίως, ο εγχώριος γρανίτης, κομμένος σε λίθους ακανόνιστου σχήματος. Το επίχρισμα (σοβάντισμα), γίνεται από χοντρή άμμο αναμεμιγμένη με ασβέστη και επιστρώνεται μία μόνο φορά (ένα χέρι). Η εφαρμογή του γίνεται μόνο με μυστρί, χωρίς πήχυ και χωρίς να τον "ξεχοντρίζουν". Στον τρόπο αυτό οφείλεται, η τόσο χαρακτηριστική πλαστικότητα των επιφανειών και των όγκων της κυκλαδίτικης οικοδομικής παράδοσης.
Τα "χωριά" (αγροικίες) της Μυκόνου, ενώ χρησιμοποιούν τα ίδια δομικά υλικά με τα σπίτια του οικισμού, εντούτοις αντικατοπτρίζουν μια ιδιαίτερη αισθητική αντίληψη, καθώς, κατάλευκα και αυτά, έρχονται σε εντυπωσιακή αντίθεση με τους γκρίζους γρανιτώδεις βράχους, τις ατελείωτες ξερολιθιές, τις φραγκοσυκιές και τους καλαμιώνες. Η βασική διάταξη του κάθε "χωριού" είναι το κυρίως σπίτι, που συνήθως αποτελείται από δύο ή τρία δωμάτια (τη σάλα, την κουζίνα, την κάμαρα -όπως και στη Χώρα- πάντοτε μικρή) και την ασβεστωμένη αυλή, αναπόσπαστο οργανικό μέρος του.
Η κάτοψη του "χωριού", με μεσημβρινό συνήθως προσανατολισμό, έχει τη μορφή "Γ", με την αυλή στη θέση του κενού. Βοηθητικοί χώροι και εγκαταστάσεις συμπληρώνουν στη συνέχεια την αγροτική παραδοσιακή κατοικία. Αυτοί μπορεί να είναι, ο "αχεριώνας", ο φούρνος, ο σταύλος (βουϊδοκέλα), το χοιροκέλι, ο περιστεριώνας κι ακόμα το πατητήρι, το αλώνι, ο μάγγανος (αν υπάρχει λαχανόκηπος) και η στέρνα, με μικρότερα "στερνάκια" για το πλύσιμο κοντά στο πηγάδι. Συχνά το συγκρότημα συμπληρώνεται και από μια μικρή οικογενειακή εκκλησία, όπου κατά παράδοση εντοιχίζονται τα οστά των προγόνων της οικογένειας.
Tα "χωριά" της Μυκόνου, είναι απέριττα και αρμονικά ενταγμένα μέσα σε ένα βραχώδες και με περιορισμένους πόρους περιβάλλον, πετυχαίνοντας την κάλυψη οικιστικών αλλά και βιοποριστικών αναγκών των αγροτών του νησιού. Αποτελούν δε τα αντιπροσωπευτικότερα δημιουργήματα ανθρώπων, που καλλιέργησαν την τέχνη να επιζούν στις άγονες και βραχώδεις Κυκλάδες και που, εκτός της επινοητικότητάς τους, διέθεταν ως μοναδικούς πόρους, τον ήλιο, τον αέρα και τη θάλασσα.
Λίγα λόγια για την Πανίδα της Μυκόνου
(από παλαιότερο άρθρο του Αχιλλέα Δημητρόπουλου, ΜΟΥΣΕΙΟ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)
Το "σεληνιακό τοπίο" της Μυκόνου κρύβει πολλή περισσότερη ζωή απ' όσο θα συμπέραινε κάποιος κρίνοντας από την πρώτη ματιά: οι γυμνοί λόφοι κρατούν πολλούς μικρούς "θησαυρούς" μακριά απ' τα μάτια του μέσου επισκέπτη. Ωστόσο, μερικά από τα στοιχεία που συναποτελούν την πραγματική και διαχρονική εικόνα του νησιού, μπορεί κανείς να τα προσέξει ακόμα και όταν λιάζεται στην παραλία του Καλαφάτη, αρκεί να παρατηρήσει γύρω του.
Στους σκόρπιους, ουρανοκατέβατους βράχους και στις ξερολιθιές, μια μεγάλη σαύρα μ' αγκαθωτή εμφάνιση είναι το "σήμα κατατεθέν" της Μυκόνου -περισσότερο απ' οποιονδήποτε πελεκάνο-. Από αυτή τη "μυκονιάτικη σαύρα", ευρύτατα διαδεδομένη στη γη της Ιωνίας, πήρε τ όνομά του ο κροκόδειλος του Νείλου. Όταν οι Ιωνες έφτασαν στην Αίγυπτο, συνέκριναν τη μορφή των αληθινών κροκοδείλων (που ως τότε ονομάζονταν "χαμψαι") μ' εκείνη των σαυρών της πατρίδας τους και τους έδωσαν το ίδιο όνομα όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος: "καλέονται δε ού κροκόδειλοι αλλά χάμψαι, κροκοδείλους δε Ιωνες ωνόμασαν, εικάζοντες αυτών τα είδεα τοίσι παρά σφίσι γινομένοισι κροκοδείλοισι τοίσι εν τήσι αιμαστήσι". Η ονομασία "κροκόδειλος χερσαίος" είναι προγενέστερη της απόδοσης της ονομασίας "κροκόδειλος" στα μεγαλόσωμα ερπετά του Νέιλου.
Στη Μύκονο, ο "χερσαίος κροκόδειλος" ονομάζεται, ακόμα και σήμερα, "κροκοδειλάκι" ή "κορκόδειλας" κι η παρουσία του είναι εμφανέστατη στο νησί, όπως και την εποχή που ο Tournefort τον παρατήρησε και τον παρουσίασε στο κλασικό έργο του Relation d' un Voyage (1ος τόμος σελ.120.)
Δεν είναι, όμως, μόνο αυτή η σαύρα χαρακτηριστικό είδος του φυσικού περιβάλλοντος σ' αυτόν τον τόπο. Το ανθρωπογενές περιβάλλον της Μυκόνου έχει ασκήσει μεγάλη και έντονη επίδραση στο φυσικό. Η εκτεταμένη και διάσπαρτη δόμηση, και μάλιστα εκείνη των πρόχειρων κτισμάτων (ταβέρνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια) αλλά και η σχεδόν ολοσχερής απουσία βλάστησης είναι από τα άμεσα αντιληπτά αποτελέσματα της υποβάθμισης. Η διαταραχή της "φυσικής φυσιογνωμίας", το μπάζωμα των ακτών, η διάνοιξη πολλών, πρόχειρων δρόμων, η καταστροφή της παραθαλάσσιας βλάστησης και η συσσώρευση σκουπιδιών στις παραλίες είναι τα κυριότερα, μόνιμα περιβαλλοντικά προβλήματα στο νησί.
Δύο οικοσυστήματα έχουν μεγάλη σημασία στη Μύκονο: οι παραθαλάσσιοι υγρότοποι του Πανόρμου και της Φτελιάς που, πλημμυρίζοντας εποχιακά, μεταβάλλονται σε μικρές λιμνοθάλασσες, σημαντικούς σταθμούς για τα μεταναστευτικά πουλιά. Ρέματα και λεκάνες απορροής των υδάτων σχηματίζονται σε πολλά σημεία, όπως την περιοχή του Μαραθιού, όπου δημιουργήθηκε μαζί με το φράγμα ένας νέος ανθρωπογενής "υγρότοπος, καθώς και στην Άνω Μέρά, ενώ οι αμμώδεις ακτές του νησιού είναι πλούσιες σε πυριτική άμμο, από την αποσάθρωση των γρανιτών.
Οι περισσότερες παρατηρήσεις σχετικά με την πανίδα της Μυκόνου αφορούν τόσο το ίδιο το νησί, όσο και τα μικρότερα νησιά του ίδιου συμπλέγματος. Καλύτερη και πληρέστερη είναι η εικόνα που έχουμε από το σύμπλεγμα Δήλου, Ρήνειας, Μικρού και Μεγάλου Ρεματιάρη, ενώ ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά από το άλλο νησιωτικό σύμπλεγμα, τα Σταπόδια και το Τραγονήσι.
Η Μύκονος είναι μάλλον επίπεδη σε σχέση με τις γειτονικές Άνδρο και Τήνο, έχει έκταση 75 τετρ. χλμ. και το ψηλότερο σημείο της έχει υψόμετρο 364 μέτρα. Κυρίαρχο πέτρωμα είναι ο γρανίτης, ενώ αισθητή είναι η απουσία δένδρων και ο περιορισμός των θαμνωδών εκτάσεων της μεσογειακής μακίας βλάστησης σε ορισμένα μόνο σημεία (Πάνορμος, Καλαφάτης, Φτελιά). Μεγάλες εκτάσεις, που κάποτε καλύπτονταν από μεσογειακή μακία και φρυγανική βλάστηση (κυρίως αστοιβές, Sarcopeterium spinosum και αφανές, Euphorbia acanthothamnos) έχουν αξιοποιηθεί τουριστικά. Η Ρήνεια (13 τετρ. χλμ., 149μ.) είναι επίπεδη και χρησιμοποιείται για βοσκή κοπαδιών, ορισμένα σημεία της καλύπτονται από φρύγανα, ενώ υπάρχουν εγκαταλελειμμένα χωράφια. Το Τραγονήσι (1,1 τετρ. χλμ., 149 μ) είναι βραχώδες και δύσβατο, με απότομα σημεία. Υπάρχουν σ' αυτό μεταλλεία κι επίπεδες περιοχές. Τέλος, τα Σταπόδια (0,5 Κm2, 133 m) είναι βραχώδη με απότομα σημεία, περιορισμένης έκτασης θαμνώδεις περιοχές, φρύγανα και λιγοστές επίπεδες επιφάνειες. Τα τρία τελευταία νησιά, μαζί με τη Δήλο και τη Μύκονο έχουν επανειλημμένα καλυφθεί επιστημονικά από ερπετολόγους και ορνιθολόγους, ενώ τα μικρότερα νησιά Μικρός και Μεγάλος Ρεματιάρης ''εξερευνήθηκαν '' μόλις στις αρχές της δεκαετίας του '80.